
Γεννημένος στη Χαλκίδα τον Μάρτιο του 1904, ο Σκαλκώτας είχε την τύχη η οικογένειά του να αποτελείται από αυτοδίδακτους μουσικούς (ο πατέρας του Αλέκος και ο θείος του Κώστας συμμετείχαν στην Αντώνειο Φιλαρμονική και ήταν εκείνοι που του έδωσαν τα πρώτα μαθήματα).
Από την Αθήνα, όπου ως παιδί-θαύμα του βιολιού σπούδασε στο Ωδείο και αποφοίτησε με βραβείο Συγγρού, βρέθηκε στα 17 του, με υποτροφία Αβέρωφ, στο Βερολίνο, το μουσικό σταυροδρόμι της εποχής, και φοίτησε δίπλα στον Φίλιπ Γιάρναχ, στον Αρνολντ Σένμπεργκ (ο οποίος και τον ξεχωρίζει στους δέκα καλύτερους μαθητές του, στο σύγγραμμά του «Style and Ιdea») και αργότερα στον Κουρτ Βάιλ και στον Φερούτσιο Μπουζόνι. Εκεί άφησε την καριέρα τού βιολονίστα και άρχισε να συνθέτει τα μεγάλα έργα του (από τα πρώτα καταγραμμένα είναι και η ενορχήστρωση της «Κρητικής γιορτής» του Δημήτρη Μητρόπουλου), ενώ στο μεταξύ έχει πάρει και υποτροφία από τον Εμμανουήλ Μπενάκη.
Την περίοδο 1929-30 θα πρέπει να τοποθετηθεί ο γάμος του με τη Ματθίλδη Τέμκο, από την οποία αποκτά μια κόρη, την Αρτεμη.
Το 1931 διακόπτεται η υποτροφία του και αρχίζουν τα οικονομικά προβλήματα. Διακόπτει τα μαθήματα με τον Σάινμπεργκ. Σταματάει τη σύνθεση ενώ ο χαρακτήρας του αλλάζει, γίνεται εσωστρεφής.
Το Μάιο του 1933 εγκαταλείπει αιφνίδια το Βερολίνο και επιστρέφει στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τα πάντα, μαζί και όλη του τη μουσική.
Τον ίδιο μήνα, μπροστά στο φάσμα του ανερχόμενου Ναζισμού, εγκαταλείπει το Βερολίνο και ο Σάινμπεργκ.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα εμφανίζεται ως διευθυντής ορχήστρας, παρουσιάζοντας και έργα δικά του. Δέχεται όμως κακές κριτικές. Αρχίζει να δουλεύει ως βιολιστής στις ορχήστρες της Αθήνας (Κρατικής, Ραδιοφωνίας, Λυρικής Σκηνής). Αντιμετωπίζει προβλήματα οικονομικά και υγείας. Ενώ με την αγαπημένη του σύνθεση ασχολείται τις ελεύθερες ώρες του, ιδίως το βράδυ.
Σε ηλικία 36 ετών συγγράφει την «Τεχνική της ενορχηστρώσεως». Σε ηλικία 42 ετών παντρεύεται τη Μαρία Παγκαλή, ενώ μετά από ένα χρόνο γεννιέται ο γιος του Αλέκος.
Πεθαίνει σε ηλικία 45 ετών, στις 19 Σεπτεμβρίου από περίσφιξη κήλης. Έχει γράψει: έργα για σόλο πιάνο και δύο πιάνα, κονσέρτα για πιάνο και δύο πιάνα, έργα για βιολί και πιάνο, έργα για βιολοντσέλο και πιάνο, μουσική δωματίου με πιάνο, κονσέρτα συνοδεία πιάνου, αναγωγές από ορχήστρα για πιάνο, τραγούδι με πιάνο, χορωδία με πιάνο, διάφορα σόλο όργανα, μουσική δωματίου χωρίς πιάνο, ορχηστρικά έργα, ορχήστρα-φωνές, χορωδία α΄καπέλλα, φωνές με άλλα όργανα.
Η δύσκολη κατάσταση οδηγούσε τον Σκαλκώτα να επινοήσει κάτι τελείως καινούριο, τελείως δικό του. Η αποστολή τούτη δεν έμοιαζε εύκολη. Ετσι, στα χρόνια της τετραετίας 1927-1931 που μαθήτευε δίπλα στον Schonberg, μ' όλο το σεβασμό, αναπτύχθηκε μέσα του μια αμφιβολία, ιδίως για την αρμονική υπόσταση του δωδεκάφθογγου συστήματος. Η αμφιβολία επιτάθηκε στην επόμενη, «κενή» τετραετία (1931-35) αναμονής και εξερεύνησης, παίρνοντας σαφώς τις διαστάσεις μιας μεγάλης κι αγεφύρωτης εσωτερικής κρίσης. Η υπερνίκηση της κρίσης έγινε βαθμιαία. Οταν, στα μέσα του 1935, έστηνε το καινούριο σύστημά του, με πολύ ενθουσιασμό και χαρά, διατηρούσε ακόμη αρκετές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του ιδίως στην αρμονική του: θα χρειαστεί να περάσει άλλη μια -τρίτη- τετραετία (1935-39) για να στερεωθεί πλήρως το νέο σύστημα και να καρποφορήσει πέρα για πέρα.
Η μεγάλη ανακάλυψη του Νίκου Σκαλκώτα είναι, λοιπόν, η αποτελεσματική (συχνά «μαγική», χρήση της «ευφωνίας». Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Κάθε τυχαίο διάφωνο διάστημα δεν είναι κατάλληλο για «ευφωνική» χρήση: η επιλογή πρέπει να γίνει σωστά και απαιτητικά, πράγμα συνήθως δυσκολότατο, που όμως διευκολύνεται από την ασυνήθιστη εσωτερική ακοή και ηχητική φαντασία του Σκαλκώτα.
Δεν είναι μόνο η χρήση δημοτικών στοιχείων, κατά αναγνωρίσιμο τρόπο, που στηρίζει την ελληνικότητα του Νίκου Σκαλκώτα. Είναι μια πιο γενικευμένη, διάχυτη «ροή», μέσα σ' όλο του το έργο, ιδίως το ατονικό (δωδεκάφθογγο ή μη δωδεκάφθογγο), όσο κι αν τούτο μοιάζει παράξενο, που τον συνδέει με στοιχεία του Νότου της Ευρώπης, της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Ελλάδας φυσικά, και ακόμη της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.
Τα στοιχεία τούτα είναι, πρώτιστα, μια ολόθερμη, διαχυτική σχεδόν αγάπη για τον ήχο αυτόν καθ' εαυτόν, καλώντας τον ακροατή και τον μελετητή του έργου του ν' απολαύσει, ελεύθερα, άνετα κι αισθησιακά, την ομορφιά και την πληρότητα του ηχητικού φαινομένου. Είναι ακόμη η ευφωνία των ηχητικών συνδυασμών (π.χ. συγχορδιών). Και τα δύο αυτά στοιχεία ενέχουν μια προσέγγιση περιβαλλοντική στον γύρω μας φυσικό κόσμο, ζωικό, φυτικό, υδρολογικό, ανεμολογικό, μετεωρολογικό κ.ά. Παρέχουν δηλαδή μιαν υλική υπόσταση στο ηχητικό φαινόμενο, στο άλλο άκρο από την αφηρημένη προσέγγιση του Βορρά, όπως τόνισαν πολλές ξένες κριτικές: «Αγάπη του Νότου που τραγουδά, σ' αντίθεση με την αφαίρεση του Βορρά», έγραψαν. Και ναι μεν κι η «αφηρημένη» πλευρά συνυπάρχει στο έργο του Σκαλκώτα (π.χ. «μαθηματικοποίηση» προς πολλές κατευθύνσεις, τόσο βασική, ή χρήση πολυσύνθετων μορφικών σχημάτων, κ.λπ.), αλλά ποτέ δεν ξεχνιέται η υλική, αισθησιακή υπόσταση των ηχητικών στοιχείων, πάνω στα οποία στηρίζεται κι η μαγεία του.
Μια τελείως άλλη πλευρά της «ελληνικότητας» του Νίκου Σκαλκώτα αφορά τις πιο γενικές αξίες που χαρακτηρίζουν, εδώ και πολλές (ίσως εννέα) χιλιετίες, την τέχνη που προέκυψε σ' αυτόν τον τόπο με γνωστότερα στοιχεία: μέτρο, σωστές αναλογίες, ενάργεια περιγραμμάτων, συγκράτηση, αποφυγή του ανεξέλεγκτα γιγαντιαίου, αίσθηση του συνόλου βασισμένη στην ανάλυση της λεπτομέρειας, κομψότητα στη διατύπωση του ουσιώδους, και τόσα άλλα θαυμαστά γνωρίσματα, «ειδοποιούς διαφορές» αυτού που αποκαλούμε «κλασικισμό».
Από την άλλη μεριά, μια διαφορετική κατηγορία από «αρετές» που απορρέουν από το είδος του περιβάλλοντος που αναπνέουμε στον ευλογημένο από τη φύση αυτόν τόπο: το φως του, τον ήλιο του, την πολυχρωμία του, τον αγνό αέρα του -έστω κι ανεμώδη ή θυελλώδη- τους κοφτερούς, άγριους βράχους του, τα πανταχού παρόντα βουνά του, τις μαγευτικές θάλασσες (που, κατά τους ειδικούς, περιέχουν «τα ωραιότερα χρώματα έμβιων όντων» από κάθε άλλη περιοχή του πλανήτη), τις ασύγκριτες παραλίες, τις 8.000 θαυμαστές σπηλιές, τα 8.000 είδη αγριολούλουδα και τόσες άλλες φυσικές μοναδικότητες του τόπου τούτου. Τις μοναδικότητες αυτές τις εισπνέουμε, διαποτίζουν όλες τις αισθήσεις μας, μας αγκαλιάζουν και μας αιχμαλωτίζουν, μαγεύουν το πνεύμα μας, τη συνείδησή μας, τη συμπεριφορά μας, όμοια σ' όλες τις χιλιετίες. Από την αρχή της Νεολιθικής εποχής, όλα αυτά ελάχιστα άλλαξαν στο ελληνικό περιβάλλον. Εγιναν, έτσι, τόσο αυτονόητα, που ξεχνούμε την παρουσία τους. Κι όμως διαποτίζουν το έργο κάθε γνήσιου Ελληνα: από τον Θεόφιλο ή τον Παναγιώτη Ζωγράφο, ώς τον δημιουργό ενός μεταβυζαντινού ξωκλησιού, ενός νησιώτικου χωριού, ώς τα ακόμη πιο υψιπετή Ζαγοροχώρια (ή χωριά του Πηλίου, της Δ. Μακεδονίας, κ.λπ.), όπου η μαγική ένωση ανθρώπινου δημιουργήματος με τη γύρω υπερβατική φύση, κάθε τι που βγαίνει από το χέρι ενός γνήσιου λαϊκού τεχνίτη - αρχιτεκτόνημα, τεχνικό έργο, ζωγραφιά, δημοτικό τραγούδι, δημοτικός χορός, ανάγλυφα, γλυπτά, φορεσιές, κεντήματα, κεραμικά, έπιπλα, ακόμη κι αυλές, πλακόστρωτα, κήποι, λιμανάκια, δρομάκια, αλλά και μεγαλύτερα «λαϊκά πολεοδομικά σύνολα»- αποπνέουν τον ίδιο αέρα, το ίδιο φως, τον ίδιο ζωοποιό ήλιο, στην ελληνικότατη διατύπωσή τους.
Την αίσθηση τούτη την είχε, μύχια αλλά σθεναρά, πέρα για πέρα ο Νίκος Σκαλκώτας, την αίσθηση της προέλευσης από τον μαγικό τούτο τόπο, μ' όλες τις υπερβατικότητες μέσα στα πλαίσια του κλασικού, που τροφοδότησε τόσα εκπληκτικά ανθρώπινα δημιουργήματα εδώ, επί εννιά χιλιετίες, σ' αντίθεση με μία μόνον χιλιετία της Δυτικής Ευρώπης, που τόσο τη θαυμάζουμε (δίκαια βέβαια) και πάμε να τη μιμηθούμε (αδέξια κι άδικα, εις βάρος της κορυφαίας και τόσο μονιμότερης ελληνικότητάς μας).
Ο Σκαλκώτας παραμένει γνήσιο τέκνο της πνευματικής Ελλάδας, όχι μόνο μέσω της δημοτικής μουσικής της, που τόσο τη λάτρευε, αλλά και σαν έκφραση ενός μοναδικού πνευματικού και πολιτισμικού κόσμου σε μια μικρή μεν, αλλά περιβαλλοντικά θαυματουργή περιοχή του πλανήτη.